fatback
fat
ˈfæt
fāt
back
bæk
bāk
fastback

Ορισμός και σημασία του "fatback"στα αγγλικά

01

λίπος χοίρου, πλατύ λίπος

a cut of pork that consists primarily of the fatty layer beneath the skin 
fatback definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fatbacks
Παραδείγματα
The bakery incorporated finely diced fatback into savory pie crusts for flaky results. 

Το αρτοποιείο ενσωμάτωσε ψιλοκομμένο λιπώδες πίσω μέρος σε αλμυρές κρούστες πίτας για νιφάδες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

fatback

fat

+

back

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store