Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fatalist
01
μοιρολατρής, προορισμολάτρης
someone who believes that all events are predetermined and inevitable, often accepting them passively without attempting to change or influence outcomes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fatalists
Παραδείγματα
In the face of economic hardship, the fatalist sees no point in seeking employment or striving for success, convinced that poverty is their inevitable fate.
Αντιμέτωπος με τις οικονομικές δυσκολίες, ο μοιρολατρής δεν βλέπει κανένα νόημα στην αναζήτηση εργασίας ή στην προσπάθεια για επιτυχία, πεπεισμένος ότι η φτώχεια είναι η αναπόφευκτη μοίρα του.
fatalist
01
μοιρολατρικός, σχετικός με τον μοιρολατρισμό
of or relating to fatalism
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
fatalistic
fatalist
fatal



























