Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fatal
01
θανατηφόρος, μοιραίος
resulting in death
Παραδείγματα
The hiker fell from a cliff and suffered fatal injuries upon impact.
Ο πεζοπόρος έπεσε από έναν γκρεμό και υπέστη θανατηφόρα τραύματα κατά την πρόσκρουση.
02
governed or predetermined by fate
Παραδείγματα
It was a fatal chain of events foretold long ago.
03
θανατηφόρος, μοιραίος
causing severe harm or complete failure
Παραδείγματα
Ineffective leadership proved fatal to the organization's long-term viability.
Η αναποτελεσματική ηγεσία αποδείχθηκε μοιραία για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του οργανισμού.
Λεξικό Δέντρο
fatalism
fatalist
fatality
fatal



























