fatal
fa
ˈfeɪ
φει
tal
təl
ταλ
/ˈfeɪtəl/

Ορισμός και σημασία του "fatal"στα αγγλικά

01

θανατηφόρος, μοιραίος

resulting in death
fatal definition and meaning
Παραδείγματα
The hiker fell from a cliff and suffered fatal injuries upon impact.
Ο πεζοπόρος έπεσε από έναν γκρεμό και υπέστη θανατηφόρα τραύματα κατά την πρόσκρουση.
02

μοιραίος, αναπόφευκτος

governed or predetermined by fate
Παραδείγματα
It was a fatal chain of events foretold long ago.
Ήταν μια μοιραία αλυσίδα γεγονότων που προβλέφθηκε πολύ καιρό πριν.
03

θανατηφόρος, μοιραίος

causing severe harm or complete failure
Παραδείγματα
Ineffective leadership proved fatal to the organization's long-term viability.
Η αναποτελεσματική ηγεσία αποδείχθηκε μοιραία για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του οργανισμού.

Λεξικό Δέντρο

fatalism
fatalist
fatality
fatal
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store