fatalism
fa
ˈfeɪ
fei
ta
tə
tē
li
lɪ
li
sm
zəm
zēm

Ορισμός και σημασία του "fatalism"στα αγγλικά

01

μοιρολατρία, μοιρολατρικός ντετερμινισμός

the philosophical doctrine that all events are predetermined and humans cannot change them 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Ancient Stoics embraced fatalism, believing the course of life was fixed. 

Οι αρχαίοι Στωικοί αγκάλιασαν τον φαταλισμό, πιστεύοντας ότι η πορεία της ζωής ήταν καθορισμένη.

02

μοιρολατρία, παραίτηση

a passive or submissive attitude resulting from the belief that events are predetermined and inevitable 
Παραδείγματα
Her fatalism made her accept setbacks without protest. 

Ο μοιρολατρικός της χαρακτήρας την έκανε να δέχεται τις αποτυχίες χωρίς διαμαρτυρία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

fatalism
fatal
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store