Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fatalism
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Ancient Stoics embraced fatalism, believing the course of life was fixed.
Οι αρχαίοι Στωικοί αγκάλιασαν τον φαταλισμό, πιστεύοντας ότι η πορεία της ζωής ήταν καθορισμένη.
02
μοιρολατρία, παραίτηση
a passive or submissive attitude resulting from the belief that events are predetermined and inevitable
Παραδείγματα
Her fatalism made her accept setbacks without protest.
Ο μοιρολατρικός της χαρακτήρας την έκανε να δέχεται τις αποτυχίες χωρίς διαμαρτυρία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
fatalism
fatal



























