amputee
am
æm
ām
pu
pju
pyoo
tee
ti
ti

Ορισμός και σημασία του "amputee"στα αγγλικά

01

ακρωτηριασμένος, πρόσωπο με ακρωτηριασμό

someone who has had a limb removed by amputation 
amputee definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
amputees
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store