fat
fat
fæt
fāt
jatmatkatpat

Ορισμός και σημασία του "fat"στα αγγλικά

01

χοντρός,παχύσαρκος, having too much body weight

(of people or animals) weighing much more than what is thought to be healthy for their body 
fat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
fattest
συγκριτικός βαθμός
fatter
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He admires body diversity and believes everyone should be accepted regardless of being fat or thin. 

Θαυμάζει την ποικιλομορφία του σώματος και πιστεύει ότι όλοι πρέπει να γίνονται αποδεκτοί, ανεξάρτητα από το αν είναι χοντροί ή λεπτοί.

02

παχύς, πλατύς

having a relatively large diameter 
03

λιπαρός, παχύς

containing or composed of a large amount of fat 

fatty

Παραδείγματα
The meat was very fat, making it rich in flavor. 

Το κρέας ήταν πολύ λιπαρό, κάνοντας το πλούσιο σε γεύση.

04

παχύς, κερδοφόρος

having a large amount of profit or earnings, usually beyond what is expected 
Παραδείγματα
The company's new product launch led to a fat increase in revenue. 

Η κυκλοφορία του νέου προϊόντος της εταιρείας οδήγησε σε μεγάλη αύξηση των εσόδων.

05

κερδοφόρος, γοητευτικός

profitable or appealing, especially in terms of money 
Παραδείγματα
The company made him a fat offer to sign the contract. 

Η εταιρεία του έκανε μια χοντρή προσφορά για να υπογράψει το συμβόλαιο.

01

λίπος, παχύ

a substance taken from animals or plants and then processed so that it can be used in cooking 
fat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She used animal fat to fry the potatoes. 

Χρησιμοποίησε ζωικό λίπος για να τηγανίσει τις πατάτες.

02

λίπος, λιπίδιο

a substance in the bodies of animals and humans, stored under the skin, which helps them keep warm 
fat definition and meaning
Παραδείγματα
A balanced diet and exercise routine are essential for managing body fat levels. 

Μια ισορροπημένη διατροφή και μια ρουτίνα άσκησης είναι απαραίτητες για τη διαχείριση των επιπέδων λίπους στο σώμα.

03

λίπος, παχυσαρκία

excess bodily weight 
to fat
01

παχαίνω, λιπαίνω

make fat or plump 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fat
γ΄ ενικό πρόσωπο
fats
ενεστώτα μετοχή
fatting
απλός αόριστος
fatted
παθητική μετοχή
fatted

Λεξικό Δέντρο

fatness
fattish
nonfat
fat
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store