amply
amp
ˈæmp
āmp
ly
li
li
apply

Ορισμός και σημασία του "amply"στα αγγλικά

01

άφθονα, υπερβολικά

to an excessive degree or in an extreme manner 
γραμματικές πληροφορίες
ερωτηματικό επίρρημα
02

γενναιόδωρα, αρκετά

generously or sufficiently in quantity, scope, or measure 
Παραδείγματα
The volunteers were amply rewarded for their time and dedication. 

Οι εθελοντές ανταμείφθηκαν πλουσιοπάροχα για το χρόνο και την αφοσίωσή τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store