Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
amplitude modulation
/ˈamplɪtjˌuːd mˌɒdjʊlˈeɪʃən/
Amplitude modulation
01
διαμόρφωση πλάτους, AM
one of the main methods of radio broadcasting with a lower sound quality than FM
Παραδείγματα
In rural areas, AM radio is often the only option for getting news and information.
Στις αγροτικές περιοχές, ο ραδιοφωνικός σταθμός με διαμόρφωση πλάτους είναι συχνά η μόνη επιλογή για λήψη ειδήσεων και πληροφοριών.



























