fare
fare
fɛə
feē
flarefarce

Ορισμός και σημασία του "fare"στα αγγλικά

01

ναύλος, τιμή εισιτηρίου

the amount of money we pay to travel with a bus, taxi, plane, etc. 
fare definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fares
Παραδείγματα
She bought a monthly pass to save on daily fare expenses. 

Αγόρασε ένα μηνιαίο πάσο για να εξοικονομήσει στα ημερήσια έξοδα τιμής.

02

μια επιλογή ή ποικιλία φαγητού ή ποτού, συχνά ενός συγκεκριμένου τύπου ή από μια συγκεκριμένη περιοχή

a selection or variety of food or drink, often of a particular type or from a certain region 
Παραδείγματα
The restaurant serves traditional Italian fare. 

Το εστιατόριο σερβίρει παραδοσιακά ιταλικά πιάτα.

03

πρόγραμμα, ημερήσια διάταξη

an agenda of things to do 
04

επιβάτης που πληρώνει, πελάτης ταξί

a paying (taxi) passenger 
to fare
01

τα πηγαίνω, διαχειρίζομαι

to perform or manage oneself in a particular way, especially in response to a situation or condition 
Intransitive: to fare in a specific manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
fare
γ΄ ενικό πρόσωπο
fares
ενεστώτα μετοχή
faring
απλός αόριστος
fared
παθητική μετοχή
fared
Παραδείγματα
Despite the challenges, he fared admirably in his first year of college. 

Παρά τις προκλήσεις, τα πήγε θαυμάσια κατά το πρώτο του έτος στο κολλέγιο.

02

τρώω, καταναλώνω

to eat or consume food 
Intransitive: to fare | to fare on food
Παραδείγματα
The travelers fared on local cuisine during their visit to the small village. 

Οι ταξιδιώτες έφαγαν τοπική κουζίνα κατά τη διάρκεια της επίσκεψής τους στο μικρό χωριό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store