Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fare
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fares
Παραδείγματα
She bought a monthly pass to save on daily fare expenses.
Αγόρασε ένα μηνιαίο πάσο για να εξοικονομήσει στα ημερήσια έξοδα τιμής.
02
μια επιλογή ή ποικιλία φαγητού ή ποτού, συχνά ενός συγκεκριμένου τύπου ή από μια συγκεκριμένη περιοχή
a selection or variety of food or drink, often of a particular type or from a certain region
Παραδείγματα
The restaurant serves traditional Italian fare.
Το εστιατόριο σερβίρει παραδοσιακά ιταλικά πιάτα.
03
πρόγραμμα, ημερήσια διάταξη
an agenda of things to do
04
επιβάτης που πληρώνει, πελάτης ταξί
a paying (taxi) passenger
to fare
01
τα πηγαίνω, διαχειρίζομαι
to perform or manage oneself in a particular way, especially in response to a situation or condition
Intransitive: to fare in a specific manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
fare
γ΄ ενικό πρόσωπο
fares
ενεστώτα μετοχή
faring
απλός αόριστος
fared
παθητική μετοχή
fared
Παραδείγματα
Despite the challenges, he fared admirably in his first year of college.
Παρά τις προκλήσεις, τα πήγε θαυμάσια κατά το πρώτο του έτος στο κολλέγιο.
02
τρώω, καταναλώνω
to eat or consume food
Intransitive: to fare | to fare on food
Παραδείγματα
The travelers fared on local cuisine during their visit to the small village.
Οι ταξιδιώτες έφαγαν τοπική κουζίνα κατά τη διάρκεια της επίσκεψής τους στο μικρό χωριό.



























