Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
farcical
01
φαρσοκωμικός, γελοίος
ridiculously absurd to the point of being laughable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most farcical
συγκριτικός βαθμός
more farcical
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The film 's plot was farcical, full of coincidences and slapstick mishaps.
Η πλοκή της ταινίας ήταν φαρσική, γεμάτη συμπτώσεις και σλαπστικ αναποδιές.



























