farcical
far
ˈfɑr
φαρ
ci
σα
cal
kəl
καλ
/fˈɑːsɪkə‍l/

Ορισμός και σημασία του "farcical"στα αγγλικά

01

φαρσοκωμικός, γελοίος

ridiculously absurd to the point of being laughable
Παραδείγματα
The film 's plot was farcical, full of coincidences and slapstick mishaps.
Η πλοκή της ταινίας ήταν φαρσική, γεμάτη συμπτώσεις και σλαπστικ αναποδιές.

Λεξικό Δέντρο

farcically
farcical
farce
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store