farcical
far
ˈfɑ:
faa
ci
si
cal
kəl
kēl

Ορισμός και σημασία του "farcical"στα αγγλικά

01

φαρσοκωμικός, γελοίος

ridiculously absurd to the point of being laughable 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most farcical
συγκριτικός βαθμός
more farcical
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The trial became farcical, with witnesses contradicting themselves and lawyers shouting over each other. 

Η δίκη έγινε φάρσα, με μάρτυρες να αντιφάσκουν με τον εαυτό τους και δικηγόρους να φωνάζουν ο ένας πάνω στον άλλο.

Λεξικό Δέντρο

farcically
farcical
farce
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store