to farce
farce
fɑ:s
faas
force

Ορισμός και σημασία του "farce"στα αγγλικά

to farce
01

γεμίζω, στύβω

fill with a stuffing while cooking 
to farce definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
farce
γ΄ ενικό πρόσωπο
farces
ενεστώτα μετοχή
farcing
απλός αόριστος
farced
παθητική μετοχή
farced
01

φάρσα, κωμωδία γελοίου

a play or movie that uses exaggerated humor, absurd situations, and improbable events to entertain 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
farces
Παραδείγματα
The play was a classic farce, filled with mistaken identities and ridiculous twists. 

Το έργο ήταν μια κλασική φάρσα, γεμάτη με λάθος ταυτότητες και γελοίες ανατροπές.

02

γέμιση, μείγμα από ωμό κιμά κοτόπουλου και μανιτάρια με φιστίκια

mixture of ground raw chicken and mushrooms with pistachios and truffles and onions and parsley and lots of butter and bound with eggs 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store