far-out
far
fɑ:
faa
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "far-out"στα αγγλικά

01

πρωτοποριακός, εκκεντρικός

extremely unconventional or imaginative, often in a surprising or bold way 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most far-out
συγκριτικός βαθμός
more far-out
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His far-out theories about time travel sparked curiosity. 

Οι far-out θεωρίες του για το ταξίδι στο χρόνο προκάλεσαν περιέργεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store