fanny
fa
ˈfæ
nny
ni
ni
funnyfancy

Ορισμός και σημασία του "fanny"στα αγγλικά

01

πισινός, κώλος

the fleshy part of the body one sits on 
Dialectamerican flagAmerican
fanny definition and meaning
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fannies
Παραδείγματα
She slipped on the wet floor and landed right on her fanny. 

Γλίστρησε στο βρεγμένο πάτωμα και έπεσε ακριβώς στο πισινό της.

02

μουνί, μουνάκι

a woman's vagina 
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
Don't touch my fanny, idiot. 

Μην αγγίζεις το μουνί μου, ηλίθιε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store