Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fanimorous
01
εξαιρετικά όμορφο/ελκυστικό, γοητευτικό
(Nigerian) extremely beautiful, attractive, or captivating
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fanimorous
συγκριτικός βαθμός
more fanimorous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The wedding decorations were fanimorous.
Οι διακοσμήσεις του γάμου ήταν fanimorous (εξαιρετικά όμορφες, ελκυστικές ή συναρπαστικές).



























