Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Familiar spirit
01
οικείο πνεύμα, οικείος δαίμονας
a supernatural being, often a demon or spirit, believed to assist witches or magicians with magical powers or guidance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
familiar spirits
Παραδείγματα
The magician trusted his familiar spirit to guide him through the dark woods.
Ο μάγος εμπιστεύτηκε το οικείο πνεύμα του να τον οδηγήσει μέσα από το σκοτεινό δάσος.



























