Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
falsely
αποδοκιμαστικό
Παραδείγματα
She nodded falsely, pretending to agree with the proposal.
Έγνεψε ψεύτικα, προσποιούμενη ότι συμφωνεί με την πρόταση.
02
ψευδώς, λανθασμένα
in a way that is not correct
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She falsely accused him of stealing.
Τον κατηγόρησε ψευδώς για κλοπή.
2.1
ψευδώς, δολίως
in a way that is dishonest or against legal or procedural standards
Παραδείγματα
He was convicted for falsely reporting his income on tax forms.
Καταδικάστηκε για ψευδή δήλωση του εισοδήματός του σε φορολογικά έντυπα.
Λεξικό Δέντρο
falsely
false



























