Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to abjure
01
αποκηρύσσω, απαρνούμαι
to give up or reject a belief, claim, or practice through formal or public declaration
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
abjure
γ΄ ενικό πρόσωπο
abjures
ενεστώτα μετοχή
abjuring
απλός αόριστος
abjured
παθητική μετοχή
abjured
Παραδείγματα
She publicly abjured her former affiliations in a statement.
Αποκήρυξε δημόσια τις προηγούμενες συσχετίσεις της σε μια δήλωση.
Λεξικό Δέντρο
abjurer
abjure



























