to exult
Pronunciation
/ɪɡˈzəɫt/

Ορισμός και σημασία του "exult"στα αγγλικά

to exult
01

αγαλλιάζω, χαίρομαι πολύ

to rejoice greatly or celebrate very cheerfully
to exult definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
exult
γ΄ ενικό πρόσωπο
exults
ενεστώτα μετοχή
exulting
απλός αόριστος
exulted
παθητική μετοχή
exulted
Παραδείγματα
She could n’t help but exult when she received the good news about her promotion.
Δεν μπορούσε παρά να αγαλλιάσει όταν έλαβε τα καλά νέα για την προαγωγή της.

Λεξικό Δέντρο

exultant
exulting
exult
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store