Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to exult
01
αγαλλιάζω, χαίρομαι πολύ
to rejoice greatly or celebrate very cheerfully
Παραδείγματα
She could n’t help but exult when she received the good news about her promotion.
Δεν μπορούσε παρά να αγαλλιάσει όταν έλαβε τα καλά νέα για την προαγωγή της.
Λεξικό Δέντρο
exultant
exulting
exult



























