extrinsic
ext
ˈɛkst
ekst
rin
rɪn
rin
sic
sɪk
sik
intrinsic

Ορισμός και σημασία του "extrinsic"στα αγγλικά

01

εξωτερικός, εξωγενής

originating from or caused by external factors 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most extrinsic
συγκριτικός βαθμός
more extrinsic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The damage was due to extrinsic forces, not internal flaws. 

Η ζημία οφειλόταν σε εξωγενείς δυνάμεις, όχι σε εσωτερικά ελαττώματα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store