Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to extort
01
στρεβλώνω, χειραγωγώ
to twist or manipulate someone's words or actions in a dishonest or unfair way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
extort
γ΄ ενικό πρόσωπο
extorts
ενεστώτα μετοχή
extorting
απλός αόριστος
extorted
παθητική μετοχή
extorted
Παραδείγματα
Critics argued the reporter had been skewing her coverage by continuously extorting quotes out of context.
Οι κριτικοί υποστήριξαν ότι η δημοσιογράφος είχε διαστρεβλώσει την κάλυψή της με το να παραποιεί συνεχώς αποσπάσματα εκτός πλαισίου.
02
εκβιάζω, αποσπώ με τη βία
to illegally obtain money, property, or services from someone through threat of harm or force
Παραδείγματα
Mobsters were known to extort "protection money" from shop owners by threatening violence if they didn't pay up.
Είναι γνωστό ότι οι μαφιόζοι εκβίαζαν χρήματα προστασίας από τους ιδιοκτήτες καταστημάτων απειλώντας με βία αν δεν πλήρωναν.
Λεξικό Δέντρο
extortion
extort



























