Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to extirpate
01
εξολοθρεύω, απομακρύνω ολοκληρωτικά
to completely destroy or remove something
Transitive: to extirpate sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
extirpate
γ΄ ενικό πρόσωπο
extirpates
ενεστώτα μετοχή
extirpating
απλός αόριστος
extirpated
παθητική μετοχή
extirpated
Παραδείγματα
Conservationists are working to extirpate the invasive plant species threatening the native flora.
Οι οικολόγοι εργάζονται για την εξάλειψη των εισβλητικών φυτικών ειδών που απειλούν την ιθαγενή χλωρίδα.
02
ξεριζώνω, απομακρύνω πλήρως
to remove something completely by pulling it out from its root
Transitive: to extirpate a plant
Παραδείγματα
The gardener carefully extirpated the weeds to prevent them from growing back.
Ο κηπουρός ξερίζωσε προσεκτικά τα ζιζάνια για να τα εμποδίσει να ξαναφυτρώσουν.
03
αφαιρώ, αφαιρώ χειρουργικά
to remove something from the body through a surgical procedure
Transitive: to extirpate a bodily tissue
Παραδείγματα
The surgeon had to extirpate the tumor to prevent it from spreading further.
Ο χειρουργός έπρεπε να αφαιρέσει τον όγκο για να αποτρέψει την περαιτέρω εξάπλωσή του.
Λεξικό Δέντρο
extirpation
extirpate



























