Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Extortion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
extortions
Παραδείγματα
The gang was arrested for extortion after threatening local shopkeepers.
Η συμμορία συνελήφθη για εκβιασμό μετά από απειλές σε τοπικούς καταστηματάρχες.
02
εκβιασμός, απάτη
the improper or illegal use of authority to demand or exact money, favors, or benefits from others
Παραδείγματα
The official's extortion of fees angered the public.
Η εκβίαση τελών από τον αξιωματούχο θύμωσε το κοινό.
03
εκβίαση, απάτη
an excessive or unreasonable amount demanded or taken, considered unfair
Παραδείγματα
The landlord's rent was an extortion compared to market rates.
Το ενοίκιο του ιδιοκτήτη ήταν εκβιασμός σε σύγκριση με τις τιμές της αγοράς.
Λεξικό Δέντρο
extortionate
extortionist
extortion
extort



























