Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
amicably
01
φιλικά, με φιλικό τρόπο
in a friendly and peaceable way, showing goodwill and avoiding conflict
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She amicably ended the conversation and walked away.
Τερμάτισε τη συζήτηση φιλικά και απομακρύνθηκε.
Λεξικό Δέντρο
amicably
amicable
amic



























