exploration
exp
ˌɛksp
εκσπ
lo
λα
ra
ˈreɪ
ρει
tion
ʃən
σαν
explanationexpirationexploitationexplication

Ορισμός και σημασία του "exploration"στα αγγλικά

01

εξερεύνηση

the act of traveling through unfamiliar areas in order to gain knowledge or discover new information 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
explorations
Παραδείγματα
The scientists set out on an exploration of the remote rainforest to study its unique ecosystem. 

Οι επιστήμονες ξεκίνησαν μια εξερεύνηση του απομακρυσμένου τροπικού δάσους για να μελετήσουν το μοναδικό οικοσύστημά του.

02

εξερεύνηση, συστηματική αναζήτηση

a careful systematic search 
03

εξερεύνηση, συστηματική εξέταση

a systematic consideration 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

exploration
explore
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store