exploration
Pronunciation
/ˌɛkspɫɝˈeɪʃən/, /ˌɛkspɫɔˈɹeɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "exploration"στα αγγλικά

01

εξερεύνηση

the act of traveling through unfamiliar areas in order to gain knowledge or discover new information
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
explorations
Παραδείγματα
The exploration of deep space has fascinated scientists for decades.
Η εξερεύνηση του βαθέος διαστήματος έχει γοητεύσει τους επιστήμονες για δεκαετίες.
02

εξερεύνηση, συστηματική αναζήτηση

a careful systematic search
03

εξερεύνηση, συστηματική εξέταση

a systematic consideration
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store