expensive
ex
ˈɪks
iks
pen
pɛn
pen
sive
sɪv
siv
explosiveexpansiveextensive

Ορισμός και σημασία του "expensive"στα αγγλικά

01

ακριβός, δαπανηρός

having a high price 
expensive definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most expensive
συγκριτικός βαθμός
more expensive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He bought an expensive watch as a gift for his father. 

Αγόρασε ένα ακριβό ρολόι ως δώρο για τον πατέρα του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store