Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Expenditure
01
δαπάνη, έξοδο
a sum of money paid or spent
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
expenditures
Παραδείγματα
The company's annual expenditure on research exceeded expectations.
Οι ετήσιες δαπάνες της εταιρείας για έρευνα υπερέβησαν τις προσδοκίες.
02
δαπάνη, έξοδο
the process of using money to pay for goods, services, or obligations
Παραδείγματα
Careful expenditure is necessary to maintain financial stability.
Η προσεκτική δαπάνη είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της οικονομικής σταθερότητας.
03
δαπάνη, κατανάλωση
the consumption of resources, energy, or effort
Παραδείγματα
Physical exertion leads to the expenditure of energy.
Η σωματική προσπάθεια οδηγεί στην δαπάνη ενέργειας.



























