expendable
ex
ˈɪks
iks
pen
pɛn
pen
da
ble
bəl
bēl
expectableexpandableextendable

Ορισμός και σημασία του "expendable"στα αγγλικά

expendable
01

θυσιάσιμος, αντικαταστάσιμος

easily replaced or sacrificed without significant loss or consequence, indicating a lack of value 
αποδοκιμαστικό
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most expendable
συγκριτικός βαθμός
more expendable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
In times of crisis, some argue that certain positions in the company are expendable. 

Σε καιρούς κρίσης, μερικοί υποστηρίζουν ότι ορισμένες θέσεις στην εταιρεία είναι θυσιαζόμενες.

02

καταναλώσιμος, χρησιμοποιούμενος μία φορά

suitable or intended to be used up, consumed, or spent 
Παραδείγματα
The company considered the extra supplies expendable in the production process. 

Η εταιρεία θεώρησε τα επιπλέον αποθέματα καταναλώσιμα στη διαδικασία παραγωγής.

03

διαθέσιμο, δαπανήσιμο

(of funds) available to be spent, typically after mandatory obligations like taxes 
Παραδείγματα
After paying bills, she had a small amount of expendable income. 

Μετά την πληρωμή των λογαριασμών, είχε ένα μικρό ποσό διαθέσιμου εισοδήματος.

Λεξικό Δέντρο

unexpendable
expendable
expend
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store