Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to expel
01
αποβάλλω, εξοστρακίζω
to force someone to leave a place, organization, etc.
Transitive: to expel sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
expel
γ΄ ενικό πρόσωπο
expels
ενεστώτα μετοχή
expelling
απλός αόριστος
expelled
παθητική μετοχή
expelled
Παραδείγματα
The school decided to expel the student for repeated violations of the code of conduct.
Το σχολείο αποφάσισε να αποβάλει τον μαθητή για επαναλαμβανόμενες παραβιάσεις του κώδικα συμπεριφοράς.
02
αποβάλλω, εκτοπίζω
to forcefully remove or eject something
Transitive: to expel a substance
Παραδείγματα
The body's natural defense mechanism is to expel foreign particles by sneezing or coughing.
Ο φυσικός μηχανισμός άμυνας του σώματος είναι να αποβάλλει ξένα σωματίδια με το φτάρνισμα ή το βήχα.
03
απελαύνω, εκδιώκω
to officially require someone to leave a country due to immigration violations, criminal activity, or political reasons
Transitive: to expel an immigrant
Παραδείγματα
The government decided to expel the diplomat in response to espionage allegations.
Η κυβέρνηση αποφάσισε να αποβάλλει τον διπλωμάτη ως απάντηση στις κατηγορίες κατασκοπείας.
Λεξικό Δέντρο
expelling
expel



























