Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to exist
01
υπάρχω, είμαι
to have actual presence or reality, even if no one is thinking about it or noticing it
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
exist
γ΄ ενικό πρόσωπο
exists
ενεστώτα μετοχή
existing
απλός αόριστος
existed
παθητική μετοχή
existed
Παραδείγματα
Scientific research often seeks to determine whether certain phenomena exist.
Η επιστημονική έρευνα συχνά επιδιώκει να καθορίσει εάν υπάρχουν ορισμένα φαινόμενα.
Παραδείγματα
The impoverished communities exist with minimal access to basic necessities.
Οι φτωχές κοινότητες υπάρχουν με ελάχιστη πρόσβαση σε βασικές ανάγκες.
Λεξικό Δέντρο
coexist
existence
existent
exist



























