Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to exist
01
υπάρχω, είμαι
to have actual presence or reality, even if no one is thinking about it or noticing it
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
exist
γ΄ ενικό πρόσωπο
exists
ενεστώτα μετοχή
existing
απλός αόριστος
existed
παθητική μετοχή
existed
Παραδείγματα
Many believe that extraterrestrial life might exist somewhere in the universe.
Πολλοί πιστεύουν ότι η εξωγήινη ζωή μπορεί να υπάρχει κάπου στο σύμπαν.
Παραδείγματα
The refugees exist in harsh conditions while waiting for resettlement.
Οι πρόσφυγες υπάρχουν σε σκληρές συνθήκες ενώ περιμένουν για επανεγκατάσταση.
Λεξικό Δέντρο
coexist
existence
existent
exist



























