Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exigent
01
απαιτητικός, λεπτολόγος
expecting flawless and precise performance from other people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most exigent
συγκριτικός βαθμός
more exigent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The exigent chef demanded precision and speed in every dish prepared.
Ο απαιτητικός σεφ απαιτούσε ακρίβεια και ταχύτητα σε κάθε πιάτο που ετοιμαζόταν.
Λεξικό Δέντρο
exigent
exig



























