exigent
ex
ˈɛk
ek
i
si
gent
ʤənt
jēnt

Ορισμός και σημασία του "exigent"στα αγγλικά

01

απαιτητικός, λεπτολόγος

expecting flawless and precise performance from other people 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most exigent
συγκριτικός βαθμός
more exigent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The exigent manager expected every task to be completed flawlessly and on time. 

Ο απαιτητικός διευθυντής περίμενε κάθε εργασία να ολοκληρωθεί άψογα και εγκαίρως.

02

επείγων, προσφάτως

requiring immediate action or attention due to urgency 
Παραδείγματα
The exigent circumstances forced the team to act quickly. 

Οι επείγουσες συνθήκες ανάγκασαν την ομάδα να δράσει γρήγορα.

Λεξικό Δέντρο

exigent
exig
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store