Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to exhume
01
εκταφή, ξεθάβω
to dig out a corpse from the ground, especially from a grave, for examination, reburial, or other purposes
Transitive: to exhume a corpse or grace
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
exhume
γ΄ ενικό πρόσωπο
exhumes
ενεστώτα μετοχή
exhuming
απλός αόριστος
exhumed
παθητική μετοχή
exhumed
Παραδείγματα
Exhuming graves may be necessary in cases of suspected foul play.
Η εκταφή τάφων μπορεί να είναι απαραίτητη σε περιπτώσεις ύποπτης εγκληματικής ενέργειας.



























