executive
e
ɪ
ι
xec
ˈgzɛk
γκζεκ
u
γα
tive
tɪv
τιβ
/ɛɡzˈɛkjuːtˌɪv/

Ορισμός και σημασία του "executive"στα αγγλικά

01

διευθυντής, ανώτερος στελέχος

a person in a high-ranking position who is responsible for making important decisions in a company or organization
executive definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
executives
Παραδείγματα
She met with other executives to discuss expansion plans.
Συναντήθηκε με άλλους διευθυντές για να συζητήσουν σχέδια επέκτασης.
02

εκτελεστική, εκτελεστική αρχή

officials responsible for implementing and enforcing the law
Παραδείγματα
Decisions by the executive affect public administration.
Οι αποφάσεις της εκτελεστικής εξουσίας επηρεάζουν τη δημόσια διοίκηση.
03

διευθυντής, διοικητικός υπάλληλος

a person who directs or manages a government department or agency
Παραδείγματα
The executive is responsible for departmental budgets.
Ο εκτελεστικός είναι υπεύθυνος για τους προϋπολογισμούς των τμημάτων.
01

εκτελεστικός, διοικητικός

using or having the power to decide on important matters, plans, etc. or to implement them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The executive team meets regularly to review performance and set objectives for the organization.
Η εκτελεστική ομάδα συνεδριάζει τακτικά για να αναθεωρήσει την απόδοση και να καθορίσει τους στόχους για τον οργανισμό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store