Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Executor
01
εκτελεστής διαθήκης, διαχειριστής κληρονομιάς
an institution or person assigned to make sure all the contents of a will are carried out
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
executors
Παραδείγματα
The lawyer was appointed as the executor of the late entrepreneur’s estate.
Ο δικηγόρος διορίστηκε εκτελεστής διαθήκης της περιουσίας του αποβιώσαντος επιχειρηματία.
Λεξικό Δέντρο
executor
execute



























