executor
Pronunciation
/ɪɡˈzɛkjətɝ/

Ορισμός και σημασία του "executor"στα αγγλικά

01

εκτελεστής διαθήκης, διαχειριστής κληρονομιάς

an institution or person assigned to make sure all the contents of a will are carried out
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
executors
Παραδείγματα
The executor had to work with several institutions to ensure the smooth transfer of assets.
Ο εκτελεστής της διαθήκης έπρεπε να συνεργαστεί με πολλούς θεσμούς για να διασφαλίσει την ομαλή μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store