Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Exclamation
01
επιφώνημα, κραυγή
an abrupt excited utterance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
exclamations
02
επιφώνημα, κραυγή
a sudden and short sound, word or phrase, uttered to express anger, excitement, etc.
Παραδείγματα
"Ouch!" was the exclamation that escaped his lips after stubbing his toe.
« Ωχ! » ήταν η επιφώνημα που του ξέφυγε αφού χτύπησε το δάχτυλο του ποδιού.
03
επιφώνημα, διαμαρτυρία
a loud complaint or protest or reproach
Λεξικό Δέντρο
exclamation
exclaim



























