Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
excitatory
01
διεγερτικός, διεγερτικό
(of drugs e.g.) able to excite or stimulate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
επεγερτικός, διεγερτικός
capable of triggering an increase in the activity or responsiveness of the cell or organism
Λεξικό Δέντρο
excitatory
excite



























