excitation
Pronunciation
/ˌɛksaɪˈteɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "excitation"στα αγγλικά

01

διέγερση, διέγερση

a source of energy or stimulation that elevates the activity or functioning of an object or process
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
excitations
Παραδείγματα
The scientist studied the brain 's response to different forms of sensory excitation.
Ο επιστήμονας μελέτησε την αντίδραση του εγκεφάλου σε διαφορετικές μορφές αισθητηριακής διέγερσης.
02

διέγερση, διέγερση

the neural or electrical arousal of an organ or muscle or gland
03

διέγερση, ενθουσιασμός

the state of being emotionally aroused and worked up
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store