excessive
Pronunciation
/ɪkˈsɛsɪv/

Ορισμός και σημασία του "excessive"στα αγγλικά

01

υπερβολικός, άμετρος

beyond what is considered normal or socially acceptable
excessive definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most excessive
συγκριτικός βαθμός
more excessive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The storm caused excessive damage to the property, far beyond what was expected.
Η καταιγίδα προκάλεσε υπερβολικές ζημιές στην ιδιοκτησία, πολύ πέρα από αυτό που αναμενόταν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store