excess
Pronunciation
/ɪkˈsɛs/

Ορισμός και σημασία του "excess"στα αγγλικά

01

υπερβολικός, περιττός

much more than the desirable or required amount
excess definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most excess
συγκριτικός βαθμός
more excess
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was penalized for carrying excess baggage on the flight.
Τιμωρήθηκε για την μεταφορά υπερβολικής αποσκευής στην πτήση.
01

υπερβολή, πλεόνασμα

an amount that is much greater than what is necessary or required
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
excesses
Παραδείγματα
The store ordered an excess of stock.
Το κατάστημα παρήγγειλε περίσσεια αποθέματος.
02

υπερβολή, αυθαιρεσία

an amount or degree that surpasses what is considered reasonable or permitted, often resulting in immoderation
Παραδείγματα
Excess of caution sometimes slows progress.
Η υπερβολή της προσοχής μερικές φορές επιβραδύνει την πρόοδο.
03

υπερβολή, ακραιφνής

overindulgence, especially in pleasure, luxury, or consumption
Παραδείγματα
Excess in entertainment can distract from work.
Η υπερβολή στην ψυχαγωγία μπορεί να αποσπά την προσοχή από την εργασία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store