Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exceedingly
01
εξαιρετικά, ασυνήθιστα
to an exceptional or remarkable degree
Παραδείγματα
The project 's success was exceedingly important for the company's future.
Η επιτυχία του έργου ήταν εξαιρετικά σημαντική για το μέλλον της εταιρείας.
Λεξικό Δέντρο
exceedingly
exceeding
exceed



























