Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to exceed
01
υπερβαίνω, ξεπεράσω
to surpass a set standard or limit in scope or size
Transitive: to exceed a standard or limit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
exceed
γ΄ ενικό πρόσωπο
exceeds
ενεστώτα μετοχή
exceeding
απλός αόριστος
exceeded
παθητική μετοχή
exceeded
Παραδείγματα
The project's expenses exceed the allocated budget.
Τα έξοδα του έργου υπερβαίνουν τον διατεθειμένο προϋπολογισμό.
02
υπερβαίνω, ξεπεράσω
to be superior or better in performance, quality, or achievement
Transitive: to exceed a quality or achievement
Παραδείγματα
The innovative technology aims to exceed current industry standards, providing users with unparalleled features and efficiency.
Η καινοτόμος τεχνολογία στοχεύει να ξεπεράσει τα τρέχοντα βιομηχανικά πρότυπα, προσφέροντας στους χρήστες ασύγκριτα χαρακτηριστικά και αποτελεσματικότητα.
Λεξικό Δέντρο
exceedance
exceeding
exceed



























