Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to exceed
01
υπερβαίνω, ξεπεράσω
to surpass a set standard or limit in scope or size
Transitive: to exceed a standard or limit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
exceed
γ΄ ενικό πρόσωπο
exceeds
ενεστώτα μετοχή
exceeding
απλός αόριστος
exceeded
παθητική μετοχή
exceeded
Παραδείγματα
The expenses for the event exceeded the budget by $ 500.
Τα έξοδα για την εκδήλωση υπερέβησαν τον προϋπολογισμό κατά 500 $.
02
υπερβαίνω, ξεπεράσω
to be superior or better in performance, quality, or achievement
Transitive: to exceed a quality or achievement
Παραδείγματα
The academic program is designed to challenge students and enable them to exceed educational benchmarks.
Το ακαδημαϊκό πρόγραμμα έχει σχεδιαστεί για να προκαλεί τους μαθητές και να τους επιτρέπει να ξεπεράσουν τα εκπαιδευτικά πρότυπα.
Λεξικό Δέντρο
exceedance
exceeding
exceed



























