exacerbation
Pronunciation
/ɪɡˌzæsɝˈbeɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "exacerbation"στα αγγλικά

01

έκφυλισμός, επιδείνωση

the act of aggravating a disease, pain, illness, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
exacerbations
02

έκρυθμη κατάσταση, βίαιη και πικρή εκνευρίστηση

violent and bitter exasperation

Λεξικό Δέντρο

exacerbation
exacerbate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store