Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to even out
01
ισοπεδώνω, ισοφαρίζω
make even or more even
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
even
ενεστώτας
even out
γ΄ ενικό πρόσωπο
evens out
ενεστώτα μετοχή
evening out
απλός αόριστος
evened out
παθητική μετοχή
evened out
Παραδείγματα
After some time, the paint began to even out as it dried.
Μετά από κάποιο χρόνο, το χρώμα άρχισε να ομαλοποιείται καθώς στεγνώνει.
Παραδείγματα
She used a roller to even out the paint on the wall.
Χρησιμοποίησε ένα ρολό για να ισοπεδώσει το χρώμα στον τοίχο.
04
ισοπεδώνω, εξισώνω
adjust for



























