Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
evaluative
01
αξιολογικός, σχετικός με την αξιολόγηση
relating to forming or giving an opinion about the qualities or values of something upon adequate consideration
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most evaluative
συγκριτικός βαθμός
more evaluative
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The evaluative criteria for the award focused on creativity, originality, and execution.
Τα αξιολογικά κριτήρια για το βραβείο επικεντρώθηκαν στη δημιουργικότητα, την πρωτοτυπία και την εκτέλεση.
Λεξικό Δέντρο
evaluative
evaluate
evalu



























