Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
euphoric
01
ευφορικός, εκστατικός
feeling intense excitement and happiness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most euphoric
συγκριτικός βαθμός
more euphoric
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, experience, state
Παραδείγματα
Winning the championship made her feel euphoric, like she was on top of the world.
Η νίκη στο πρωτάθλημα την έκανε να νιώθει ευφορική, σαν να ήταν στην κορυφή του κόσμου.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
euphoric
euphor



























