euphoric
Pronunciation
/juˈfɔɹɪk/

Ορισμός και σημασία του "euphoric"στα αγγλικά

01

ευφορικός, εκστατικός

feeling intense excitement and happiness
euphoric definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most euphoric
συγκριτικός βαθμός
more euphoric
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The euphoric energy of the music festival filled the air, creating an atmosphere of celebration and joy.
Η ευφορική ενέργεια του μουσικού φεστιβάλ γέμισε τον αέρα, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα γιορτής και χαράς.

Λεξικό Δέντρο

euphoric
euphor
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store