Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
euphoric
01
ευφορικός, εκστατικός
feeling intense excitement and happiness
Παραδείγματα
The euphoric energy of the music festival filled the air, creating an atmosphere of celebration and joy.
Η ευφορική ενέργεια του μουσικού φεστιβάλ γέμισε τον αέρα, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα γιορτής και χαράς.
Λεξικό Δέντρο
euphoric
euphor



























