estimable
es
ˈɛs
es
ti
ti
ma
ble
bəl
bēl

Ορισμός και σημασία του "estimable"στα αγγλικά

01

εκτιμώμενος, άξιος θαυμασμού

deserving of admiration or approval 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most estimable
συγκριτικός βαθμός
more estimable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The charity does estimable work in the community and is rightfully praised for their efforts helping those in need. 

Η φιλανθρωπική οργάνωση κάνει αξιέπαινο έργο στην κοινότητα και δικαιώς επαινείται για τις προσπάθειές της να βοηθήσει όσους έχουν ανάγκη.

02

υπολογίσιμος, μετρήσιμος

capable of being calculated, measured, or reasonably approximated 
Παραδείγματα
The project's total cost is estimable with current data. 

Το συνολικό κόστος του έργου είναι εκτιμήσιμο με τα τρέχοντα δεδομένα.

03

εκτιμώμενος, άξιος σεβασμού

worthy of respect due to ethics or other merits 
Παραδείγματα
The politician has an estimable reputation for honesty and public service. 

Ο πολιτικός έχει μια αξιόλογη φήμη για ειλικρίνεια και δημόσια υπηρεσία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store