Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estimable
01
εκτιμώμενος, άξιος θαυμασμού
deserving of admiration or approval
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most estimable
συγκριτικός βαθμός
more estimable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The charity does estimable work in the community and is rightfully praised for their efforts helping those in need.
Η φιλανθρωπική οργάνωση κάνει αξιέπαινο έργο στην κοινότητα και δικαιώς επαινείται για τις προσπάθειές της να βοηθήσει όσους έχουν ανάγκη.
02
υπολογίσιμος, μετρήσιμος
capable of being calculated, measured, or reasonably approximated
Παραδείγματα
The project's total cost is estimable with current data.
Το συνολικό κόστος του έργου είναι εκτιμήσιμο με τα τρέχοντα δεδομένα.
03
εκτιμώμενος, άξιος σεβασμού
worthy of respect due to ethics or other merits
Παραδείγματα
The politician has an estimable reputation for honesty and public service.
Ο πολιτικός έχει μια αξιόλογη φήμη για ειλικρίνεια και δημόσια υπηρεσία.
Λεξικό Δέντρο
inestimable
estimable



























