Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abhorrent
01
απεχθής, σιχαμένος
causing strong feelings of dislike, disgust, or hatred
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most abhorrent
συγκριτικός βαθμός
more abhorrent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The abhorrent act of animal cruelty sparked widespread outrage and calls for stricter legislation.
Η απεχθής πράξη κακοποίησης ζώων προκάλεσε ευρεία οργή και κλήσεις για πιο αυστηρή νομοθεσία.
Λεξικό Δέντρο
abhorrent
abhor



























