Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abhorrent
01
απεχθής, σιχαμένος
causing strong feelings of dislike, disgust, or hatred
Παραδείγματα
The politician 's abhorrent remarks about a marginalized community led to calls for their resignation.
Οι απεχθείς παρατηρήσεις του πολιτικού για μια περιθωριοποιημένη κοινότητα οδήγησαν σε κλήσεις για την παραίτησή του.
Λεξικό Δέντρο
abhorrent
abhor



























