Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Abhorrence
01
απέχθεια, σιχαμάρα
a feeling of extreme hatred or aversion toward something or someone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
abhorrences
Παραδείγματα
His abhorrence of violence was evident in his peaceful activism and staunch opposition to war.
Η απέχθειά του για τη βία ήταν εμφανής στην ειρηνική του δράση και την ανένδοτη αντίθεσή του στον πόλεμο.



























