Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Abhorrence
01
απέχθεια, σιχαμάρα
a feeling of extreme hatred or aversion toward something or someone
Παραδείγματα
The community 's abhorrence of corruption led them to demand stricter oversight and accountability from their leaders.
Η απέχθεια της κοινότητας για τη διαφθορά τους οδήγησε να απαιτήσουν αυστηρότερη εποπτεία και ευθύνη από τους ηγέτες τους.



























