erst
erst
ɜrst
ερρστ
/ɜːst/

Ορισμός και σημασία του "erst"στα αγγλικά

01

προηγουμένως, παλιά

previously or in an earlier time
Old use
Παραδείγματα
The mansion, erst a symbol of wealth, now decays at the edge of the town.
Το αρχοντικό, παλιά σύμβολο πλούτου, τώρα παρακμάζει στα όρια της πόλης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store